xOrisOria News

Δυσβάστακτη η φορολογία των μισθωτών

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε πρόσφατη έκθεσή του ο Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχανιών (ΣΕΒ) επεσήμανε ότι η Ελλάδα αποτελεί σπάνια περίπτωση χώρας που φορολογεί τόσο επιθετικά την εργασία. Η υπερφορολόγηση μεγιστοποιείται στα εισοδήματα των «υψηλόμισθων» μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, που κατά τεκμήριο έχουν υψηλές δεξιότητες και καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης στην αγορά εργασίας. Μάλιστα, το World Economic Forum καταγράφει την Ελλάδα ως τη χώρα της Ε.Ε. στην οποία η φορολογία αποτελεί το μέγιστο αντικίνητρο στην εργασία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο ΣΕΒ, για να λάβει κάποιος καθαρές αποδοχές 40.000 ευρώ ετησίως, ο εργοδότης πληρώνει συνολικά 100.000 ευρώ, εκ των οποίων 60.000 ευρώ πηγαίνουν στο κράτος. Ακόμα και για χαμηλότερα εισοδήματα, και συγκεκριμένα για 20.000 ευρώ, οι εργοδότες πληρώνουν σχεδόν τα διπλάσια, ήτοι 35.750 ευρώ, από τα οποία 15.750 είναι φόροι και εισφορές.

Πιο αναλυτικά, ένας μισθωτός με μεικτό μισθό 70.000 ευρώ καταβάλλει περίπου 11.000 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές, 18.000 για φόρο εισοδήματος και 2.700 ευρώ για ειδική εισφορά αλληλεγγύης (η οποία υπολογίζεται κλιμακωτά στο σύνολο των προ φόρου εισοδημάτων). Το τελικό καθαρό ποσό που λαμβάνει ανέρχεται στις 38.300 ευρώ. Ο εργοδότης έχει καταβάλει επίσης 17.500 ευρώ για τις ασφαλιστικές εισφορές που του αναλογούν. Συνολικά, δηλαδή, το εργοδοτικό κόστος του εργαζομένου ανέρχεται σε 87.500 ευρώ, εκ των οποίων οι 49.200 ευρώ καταλήγουν στο κράτος. Επίσης, οι μισθωτοί, προκειμένου να έχουν το ευεργέτημα της μείωσης του φόρου (σύμφωνα με το άρθρο 16 του ΚΦΕ για τέκνα κ.λπ.) απαιτείται να πραγματοποιήσουν δαπάνες απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών ανάλογα με το ύψος των ακαθάριστων μισθών τους ως εξής: Για εισοδήματα έως 10.000 ευρώ απαιτούνται δαπάνες ύψους 10% επί των εισοδημάτων αυτών, για εισοδήματα από 10.001 έως 30.000 ευρώ δαπάνες ύψους 15% και για εισοδήματα άνω των 30.000 ευρώ δαπάνες ύψους 20% (με ανώτατο όριο απαιτούμενων δαπανών το συνολικό ποσό των 34.000 ευρώ). Οι ανωτέρω δαπάνες θα πρέπει υποχρεωτικά να έχουν εξοφληθεί με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής (χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες, e-banking κ.λπ.).

Πρέπει να τονιστεί ότι αν ο μισθωτός δεν καταφέρει να συγκεντρώσει το απαιτούμενο ποσό δαπανών, του επιβάλλεται «πρόστιμο» ίσο με 22% στο ποσό που υπολείπεται. Ετσι, ο ανωτέρω μισθωτός (με μεικτό μισθό 70.000 ευρώ) οφείλει να πραγματοποιήσει δαπάνες (εξοφλούμενες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής) ύψους 12.000 ευρώ, ήτοι το 1/3 των καθαρών εισοδημάτων του. Εάν δε και η σύζυγός του έχει ομοίως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ύψους 50.000, το συνολικό ποσό δαπανών που πρέπει να συγκεντρώσουν για να μην «τιμωρηθούν» φτάνει τις 20.000 ευρώ. Στις δαπάνες δε αυτές δεν περιλαμβάνονται τα ενοίκια κατοικίας, οι τόκοι στεγαστικών ή άλλων δανείων, ούτε η αγορά αυτοκινήτων, δικύκλων κ.λπ.

Γενικά, η υποχρέωση των φορολογουμένων να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών αποτελεί ένα θεμιτό και αποτελεσματικό μέτρο για την πάταξη της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής. Ωστόσο, είναι απορίας άξιον γιατί στο φορολογικό μας σύστημα την υποχρέωση αυτή την έχουν μόνο οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι (που εξ ορισμού αδυνατούν να φοροδιαφύγουν, καθώς ο φόρος τους παρακρατείται στην πηγή από τους εργοδότες τους), ενώ, αντίθετα, δεν υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση και «ποινή» για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους λοιπούς φορολογουμένους.

Επίσης, ο μισθωτός φορολογείται για τις περισσότερες από τις παροχές σε είδος που τυχόν λαμβάνει από τον εργοδότη του, π.χ. αυτοκίνητο, σπίτι κ.λπ. Ομοίως, οι παροχές αυτές επιβαρύνονται με ειδική εισφορά αλληλεγγύης και προσαυξάνουν το εισόδημα επί των οποίων υπολογίζονται οι δαπάνες που πρέπει να πραγματοποιήσει (παρόλο που φυσικά δεν εισπράττει σε χρήμα τα αντίστοιχα ποσά).

Ιδιαιτέρως η ειδική εισφορά αλληλεγγύης αποτελεί εξαιρετικά επαχθές μέτρο, δεδομένου ότι επιβάλλεται στο συνολικό ακαθάριστο εισόδημα του φορολογουμένου, δηλαδή στο ποσό του εισοδήματος πριν από την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου. Ουσιαστικά δηλαδή αποτελεί φόρο επί του φόρου. Υπολογίζεται κλιμακωτά σε όλα τα εισοδήματα άνω των 12.000 ευρώ ως εξής: για εισόδημα 12.001-20.000 ευρώ: 2,2%, για 20.001-30.000: 5%, 30.001-40.000: 6,50%, 40.001-65.000: 7,50%, 65.001-220.000: 9%, για ποσά άνω των 220.000: 10%.

* Η κ. Τζένη Πάνου είναι υπεύθυνη του φορολογικού τμήματος της ASnetwork (www.asnetwork.gr).

ΈντυπηΠηγή άρθρου – kathimerini.gr

Use Facebook to Comment on this Post