xOrisOria News

Η ΔΑΧΤΥΛΙΤΣΑ

1Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριουδάκι μια καλή γυναίκα, που δεν είχε παιδιά. Αγαπούσε όμως πολύ τα παιδιά και δεν έχανε ευκαιρίες να τα μαζεύει στην αυλή της και να τους λέει παραμύθια, να τα κερνάει καραμελίτσες ή ζεστό κέικ, όταν έφτιαχνε στον φούρνο της. Πόσο της άρεσε να τα ακούει να τραγουδούν! Γινόταν κι αυτή παιδί μαζί τους. Ο καημός της, όμως έμενε άσβεστος και το βράδυ σαν έπεφτε να κοιμηθεί έκλεινε τα μάτια και προσευχόταν, να είχε κι αυτή ένα μικρό παιδάκι, με λαμπερά μάτια και κελαρυστή φωνή κι ας ήταν μικρό, μικρό σαν ένα δαχτυλάκι.
Μια μέρα δεν άντεξε και πήγε στην μεγάλη πολιτεία . Τα παιδιά παραξενεύτηκαν, τι άραγε να έκανε στην μεγάλη πολιτεία, η καλή γυναίκα, που ήταν φιλενάδα τους τόσο καιρό.
Σαν επέστρεψε όμως, κρατούσε στα χέρια της ένα κουτί μεγάλο και φανταχτερό. Τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω της και με περιέργεια περίμεναν να το ανοίξει. Η γυναίκα τους διηγήθηκε την πορεία της στους μεγάλους δρόμους της πόλης στα μαγαζιά και στα ψηλά σπίτια . Τους είπε και που έφτασε στο μεγάλο κτήριο που έγραφε «Στέγη Ανηλίκων». Τους είπε πως η κυρία που ήταν υπεύθυνη της έδειξε πολλά παιδάκια που ζητούσαν μια αγκαλιά, αλλά αυτή διάλεξε εκείνο το πιο μικρό, που ήταν κρυμμένο σε ένα λουλουδάκι.
Η γυναίκα πήρε στα χέρια της το μικρό λουλουδάκι κι αμέσως εκείνο άρχισε σιγά σιγά να ανοίγει τα πέταλά του. Ώσπου φάνηκε μια μικρή μικρή κοπελίτσα πολύ όμορφη που ήταν όσο ένα δάχτυλο του χεριού μας.
-Πώς να την ονομάσουμε; Ρώτησε η γυναίκα τα παιδιά
-Δαχτυλίτσα, είπαν τα παιδιά, αφού είναι όσο ένα δαχτυλάκι.
-Τοσοδούλα, αφού είναι τόσο μικρή, μικρή.
-Tumberlina, φώναξε ο Gregory, που η μητέρα του ήταν από την Αγγλία και ήθελα πάντα να αναφέρει μια ξένη λέξη στην κουβέντα.
Τελικά την ονόμασαν Δαχτυλίτσα.
Κι εκείνη τόσο που ευχαριστήθηκε που άρχισε να τραγουδάει.
Όλους χαιρετώ
Μες τον κόσμο αυτό
Τον καινούριο.
Όλους χαιρετώ
Και σας λέω εγώ
Πως σας αγαπώ

Βρήκα ζεστασιά
Μια γλυκιά αγκαλιά
Που να μ αγαπάει
Όλους χαιρετώ
Μες τον κόσμο αυτό τον καινούριο.

Τα παιδιά έτρεξαν στο σχολείο, γιατί χτύπησε το κουδούνι για μάθημα και η καλή γυναίκα έβαλε την Δαχτυλίτσα σε ένα ωραίο πανεράκι με βελούδινο στρώμα και πολλά πολλά ροδοπέταλα για να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί.
Τραγουδούσε και περνούσε πολύ όμορφα στην νέα της ζωή. Η καλή γυναίκα την αγαπούσε, τα παιδιά της τραγουδούσαν κάθε απόγευμα ώσπου μια μέρα…..

Ήταν σούρουπο όταν η καλή γυναίκα έβαλε την Δαχτυλίτσα για ύπνο και πήγε κι εκείνη να ξεκουραστεί. Νανουριζόταν με το τραγούδι που έλεγε σιγαλά η Δαχτυλίτσα κι έτσι αποκοιμήθηκε.
Από το ανοιχτό παράθυρο όμως πρόβαλε μια πράσινη βατραχίνα. Ήταν τόσο μεγάλη και τόσο πράσινη που η μικρή Δαχτυλίτσα φοβήθηκε, κάθισε στην άκρη από το καλαθάκι της ώστε η βατραχίνα να μην την δει, αλλά δεν τα κατάφερε. Η βατραχίνα την έπιασε με τα υγρά χέρια της .
-Μμμμ ωραία γυναίκα, για τον κανακάρη μου, ψιθύρισε. Έβαλε την Δαχτυλίτσα στην τσέπη από την ποδιά της και έφυγε από το ανοιχτό παράθυρο.
Η μικρούλα έτρεμε και σκεφτόταν την καλή γυναίκα. Πόσο θα στεναχωριόταν αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Βρισκόταν μέσα στην τσέπη της βατραχίνας και κουνιόταν πάνω κάτω. Ξαφνικά φάνηκε φως.
-Αχ ευτυχώς, ψιθύρισε η Δαχτυλίτσα, μάλλον ξαναγύρισα στο σπίτι μου. Κι εκεί που ήταν έτοιμη να ανοίξει τα μάτια της και να αντικρίσει την καλή γυναίκα, αντίκρισε την αποκρουστική μορφή του βατράχου.
-Αυτός είναι ο γ υιός μου, βάτραχος από καλό σόι θα γίνετε πολύ καλό ζευγάρι οι δυο σας. Τώρα θα σε βάλω στην άκρη της λίμνης, μέχρι να ετοιμάσουμε την φωλιά που θα μείνετε. Θα σας στρώσω τα καλύτερα φύλλα και φυτά, μόλις τώρα σάπισαν, είναι ότι πρέπει!
-Μαμά είναι πολύ μικρή για μένα, είπε ο γυιός της.
-Σώπα κανακάρη μου με τα μούτρα που έχεις ποια άλλη γυναίκα θα βρεις; Είναι η καλύτερη, άσε που είναι και πολύ οικονομική. Δεν χρειάζεται να την ταΐζεις πολύ, κοίτα μια σταλιά είναι.
-Μαμά με κοιτάζει, μάλλον με ερωτεύτηκε ξαναμίλησε ο βάτραχος.
– Τέτοια φάτσα που έχεις σίγουρα! Χαχαχα γέλασε οι μικρός του αδερφός.
– Μαμά ο Φίφης με κοροϊδεύει.
-Ουφ! σταματήστε να μαλώνετε, θέλω να ετοιμάσω την φωλιά για τον γάμο. Θα καλέσουμε κόσμο.
Μέχρι η κυρά Βατραχίνα να φτιάξει το δωμάτιο η μικρή δαχτυλίτσα έδεσε την ζώνη της σε ένα σκαθάρι που κάθισε πάνω στο φύλο που την είχαν βάλει ανάμεσα στα θολά νερά της λίμνης.
-Πέτα σκαθαράκι πέτα ,πάρε με από εδώ.
Το σκαθάρι την έπιασε και την ανέβασε ψηλά. Η Δαχτυλίτσα πετούσε για ώρα μέχρι που την άφησε σε ένα μεγάλο μανιτάρι.
Η Δαχτυλίτσα διασκέδασε με την τσουλήθρα που έκανε στο μανιτάρι αλλά δεν παρατήρησε πως στον ουρανό μαζεύτηκαν μαύρα σύννεφα. Άρχισε να βρέχει.
– Πό πό που θα πάω με την βροχή, ελπίζω να με προστατεύσει αυτό το μανιτάρι.
Κρύφτηκε κάτω από την μεγάλη ομπρέλα του μανιταριού και άκουσε ένα χτύπο.
-Έλα μέσα της είπε μια φωνή.
Ποιος είναι αναρωτήθηκε, η Δαχτυλίτσα.
-Εδώ πίσω απ το μανιτάρι. Είμαι η Περμαθούλα, η ωραία ποντικούλα. Μην κάθεσαι μ αυτή την βροχή έξω.
Η Δαχτυλίτσα προχώρησε στο σπιτάκι της. Ήταν τόσο όμορφο και τόσο μικρό. Στα μέτρα της.
-Πως βρέθηκες εδώ μικρή μου; την ρώτησε η Περμαθούλα.
-Ω είναι μεγάλη ιστορία! απάντησε η Δαχτυλίτσα φοβισμένη.
-Έλα, έλα θα σου δώσω μερικά μελόψωμα και θα μου τα πεις όλα.
– Εγώ μένω εδώ σ αυτή την φωλίτσα κάτω απ την γη. Περνάμε θαυμάσια. Εδώ να δεις τι ωραία που είναι όταν κάνουμε επίσκεψη στον Φον Ποντικάκη τον γείτονα! Α είναι εξαιρετικός κύριος! Αριστοκράτης απ την πρωτεύουσα. Άφησε τα πλούτη και τα μεγαλεία και ήρθε εδώ σε μας. Θα σε πάω αύριο να τον γνωρίσεις.
Η ποντικούλα Περμαθούλα ετοιμάστηκε και στόλισε και την Δαχτυλίτσα.
-Είναι περιζήτητος γαμπρός ο Φον Ποντικάκης. Κάθε κοπέλα θα σκεφτόταν να συνεχίσει την ζωή της κοντά του.
Η Δαχτυλίτσα δεν μιλούσε έπιασε κοτσιδάκια τα μαλλιά της και διόρθωσε την ποδίτσα της.
-Πάρε αυτό το φανάρι πρέπει να περάσουμε ένα σκοτεινό λαγούμι για να φτάσουμε στο σπίτι του Φον Ποντικάκη. Μην φοβηθείς θα προχωράμε κοντά η μια στην άλλη και θα μας φωτίζει το φαναράκι.
Προχωρούσαν μέσα στο σκοτεινό λαγούμι, το ποδαράκι της Δαχτυλίτσας σκόνταψε σε κάτι.
-Είναι κάτι μπροστά μου.
– Μην φοβάσαι της είπε η Περμαθούλα, είναι ένα πεθαμένο χελιδόνι. Ένας Θεός ξέρει πως έφτασε μέχρι εδώ.
Η Δαχτυλίτσα ακούμπησε απαλά το χέρι της πάνω στα φτερά του χελιδονιού.
-Καλό μου πουλάκι, είπε σιγαλά με τραγουδιστή φωνή, θα έπρεπε να πετάς έξω στον ουρανό και είσαι μέσα σ αυτό το σκοτεινό λαγούμι.
Καθώς όμως το χέρι της ήταν ακουμπισμένο πάνω στα φτερά του άκουσε από κάτω έναν αμυδρό ήχο τικ τακ τικ τακ.
-Είναι ζωντανό, είναι ζωντανό! Περμαθούλα το χελιδόνι είναι ζωντανό!
Η Περμαθούλα όμως είχε ήδη μπει στο σπίτι του Φον Ποντικάκη.
Ο Φον Ποντικάκης τους είχε ετοιμάσει ένα θεσπέσιο δείπνο.
-Να σας βάλω λίγη κρεμ αγκλέζ ακόμη στο ψητό σας, καλή μου δεσποσύνη;
-Μα πόσο ευγενικός είναι! Θαύμαζε η Περμαθούλα.
-Κοίτα πόσα πλούτη έχει. Αυτός είναι γαμπρός για σένα. Θα σε έχει στα πούπουλα και στα ατλάζια!
-Μα δεν θα βγαίνω καθόλου στον ήλιο, παραπονέθηκε η Δαχτυλίτσα.
-Έλα, έλα αυτές είναι λεπτομέρειες χρυσή μου. Εδώ είναι τα πλούτη μέσα σ αυτό το λαγούμι θα περάσεις ζωή χρυσή με τον Φον Ποντικάκη.
Σαν τελείωσε το δείπνο ο Φον Ποντικάκης τους έβαλε πλάκες βινυλίου στο γραμμόφωνο και άκουσαν παλιά τραγούδια. Μάλιστα έπιασε και την Περμαθούλα από την μέση και άρχισαν να χορεύουν.
-Θα ήταν εξαιρετική τιμή να ξανάρθετε, πρότεινε ο Φον Ποντικάκης.
– Μα και βέβαια, Φον Ποντικάκη μου θα ξαναέρθουμε , είναι να σε χάσουμε από φίλο και γείτονα εμείς.Πες κι εσύ κάτι…κουκλίτσα.
– Σας ευχαριστούμε Φον Ποντικάκη , ψιθύρισε η μικρή Δαχτυλίτσα και το μυαλό της ήταν στο χελιδόνι. Αχ να μπορούσα να το κάνω να πετάξει θα με πήγαινε μακρυά από εδώ!
Όταν η Περμαθούλα πήγε να κοιμηθεί η Δαχτυλίτσα άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα και πήγε κοντά στο χελιδόνι. Είχε μαζί της ένα μπουκαλάκι με νερό και του έσταξε στο στόμα. Αμέσως το χελιδονάκι άνοιξε τα μάτια του.
-Σε ευχαριστώ καλό μου κορίτσι. Η φτερούγα μου είναι τραυματισμένη και δεν μπορώ να πετάξω. Σύρθηκα μέχρι εδώ για να μην ξεπαγιάσω έξω. Σε λίγο όμως θα φύγω .
– Όχι δεν θα φύγεις, καλό μου χελιδονάκι, θα γίνεις καλά και θα πετάξεις για τις ζεστές χώρες, όπως οι φίλοι σου, τα άλλα πουλιά.
– Μακάρι να ήταν έτσι, δεν θα τα καταφέρω.
– Μην ανησυχείς, κάθε βράδυ θα σου φέρνω νεράκι και μερικούς σπόρους για να τραφείς. Και σίγουρα σε λίγο θα γίνεις καλά.
– Με το μαντήλι μου θα δέσω την φτερούγα σου. Η Περμαθούλα έχει στην φωλιά της κάτι βοτάνια για τις πληγές, σίγουρα θα σου κάνουν καλό.

Η Δαχτυλίτσα κάθε βράδυ, όταν η Περμαθούλα έπεφτε για ύπνο πήγαινε και περιποιούνταν το μικρό χελιδονάκι ώσπου μια μέρα.
-Νιώθω την φτερούγα μου να είναι καλά. Πιστεύω να μπορέσω να πετάξω.
-Σε παρακαλώ,χελιδόνι, με παίρνεις μαζί σου; Παρακάλεσε η Δαχτυλίτσα.
-Μα πηγαίνω σε άγνωστες χώρες, μακρινές.
-Δεν πειράζει, θέλω να φύγω από αυτό το σκοτάδι. Θέλω να αντικρίσω και πάλι το φως.
-Τότε δεν έχεις να κάνεις τίποτα άλλο παρά να ανεβείς στα φτερά μου.
Η Δαχτυλίτσα πιάστηκε καλά στις μαύρες φτερούγες του χελιδονιού.

-Δαχτυλίτσα, Δαχτυλίτσα ακούστηκε η φωνή της Περμαθούλας. Μπα σε καλό σου που πήγες; Μήπως έφυγε;
Έκλεισε την πόρτα πίσω της μουρμουρίζοντας
-Έφυγε κι έχασε και τον γαμπρό τι κρίμα!

Η Δαχτυλίτσα πετούσε με το χελιδονάκι σε πολιτείες και χωρία σε λόγγους και χωράφια ώσπου έφτασαν σε μια παραμυθένια χώρα όπου ζούσαν οι νεράιδες.
Λουλούδια πολύχρωμα φύτρωναν παντού. Και σε κάθε λουλούδι βρισκόταν μια νεραϊδούλα με τον πρίγκιπα της.Το χελιδόνι άφησε την Δαχτυλίτσα σε ένα λουλουδάκι κι έφυγε.
-Κοιτάξτε, φώναξαν οι νεραϊδούλες , ήρθε καινούρια νεράιδα στην συντροφιά μας.
– Μ δεν είναι σαν κι εμάς, δεν έχει φτερά!
Εκείνη την στιγμή φάνηκε ο πρίγκιπας του λουλουδιού.
-Καλωσόρισες καλή μου στο λουλούδι μου. Θα ήθελες να μείνεις εδώ μαζί μου;
Η Δαχτυλίτσα τα είχε χαμένα,κοιτούσε γύρω της και δεν μπορούσε να πιστέψει πως υπάρχει τόση ευτυχία στον κόσμο.
Μπόρεσε και ψιθύρισε
-Ναι θα το ήθελα.
Κι αμέσως ένα ζευγάρι φτερά φύτρωσαν στην πλάτη της.΄
Έζησε με τον πρίγκιπα της ευτυχισμένη για πολλά πολλά χρόνια.

Use Facebook to Comment on this Post