xOrisOria News

Η προσέλκυση των επενδύσεων

Η ελληνική οικονομία φαίνεται να βρίσκεται σε «παγίδα χαμηλής μεγέθυνσης», η οποία επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από τις δραστικές περικοπές των δημοσίων επενδύσεων και το υψηλό πολιτικό ρίσκο λόγω της αλλοπρόσαλλης πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι κοινή πεποίθηση ότι η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων στη χώρα μας αποτελεί βασικό και πρωταρχικό στόχο για την επίτευξη ταχύτερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και συνακόλουθα αύξησης της απασχόλησης και των μισθών. Ωστόσο, προς επίτευξη του στόχου αυτού, οι περισσότερες τρέχουσες αναλύσεις είτε τονίζουν τη σημασία της άρσης γραφειοκρατικών εμποδίων είτε ρίχνουν το βάρος σχεδόν αποκλειστικά στη βελτίωση των συνθηκών προσφοράς. Σύμφωνα με τις προσεγγίσεις αυτές, θα αρκούσε μια σημαντική απλοποίηση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος ή και βελτίωση στις σχετικές δομές κινήτρων ώστε η διεθνής επενδυτική κοινότητα να κατευθύνει την προσοχή της στις ελληνικές επενδυτικές ευκαιρίες, δηλαδή σε εγχώριες αποδόσεις υψηλότερες της διεθνούς πραγματικής απόδοσης, εξαρτώμενες από την παραγωγικότητα, την αύξηση του εργατικού δυναμικού και τις προτιμήσεις των νοικοκυριών.

Ωστόσο, τα πράγματα είναι μάλλον πιο περίπλοκα. Δεν φαίνονται να έχουν κατανοηθεί επαρκώς οι βαθιές και μακροχρόνιες αρνητικές επιδράσεις που έχει κληροδοτήσει στην ελληνική οικονομία η βαθιά, δομική οικονομική κρίση. Υποτιμάται, επίσης, συστηματικά ο παράγων της εγχώριας ζήτησης για μην πω ότι ενοχοποιείται κάθε δαπάνη, με τη λογική ότι αυτή θα χειροτερεύει πάντα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΧ) ή ότι η κατανάλωση είναι ήδη υψηλή και πρέπει να περιοριστεί. Μα, αν η επενδυτική δαπάνη είναι χαμηλή, είναι φυσιολογικό να εμφανίζεται υψηλή η κατανάλωση ως % ΑΕΠ.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, για κάθε αυξημένη θετική κεφαλαιακή εισροή (ξένες επενδύσεις) είναι περίπου δεδομένη η αντίστοιχη αρνητική εξέλιξη στο ΙΤΧ. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν να εισέρχονται διεθνή κεφάλαια στη χώρα χωρίς να αποτυπώνεται, ceteris paribus, μια αντίστοιχη χειροτέρευση στο ΙΤΧ. Αυτό, και ας ακούγεται παράδοξο, θα πρέπει να επιδιώκεται, μέχρι ενός σημείου βεβαίως, πέραν του οποίου το έλλειμμα του ΙΤΧ γίνεται μη βιώσιμο. Η χειρότερη κληρονομιά της οικονομικής κρίσης συνίσταται σε μια σειρά αρνητικών αλληλεπιδράσεων με μακροχρόνιο μάλιστα ορίζοντα. Η απομείωση του εργατικού δυναμικού, η οποία περιορίζει τους ρυθμούς μεγέθυνσης και την επενδυτική ζήτηση, η αρνητική πιστωτική επέκταση και η υποχώρηση της παραγωγικότητας αποτελούν εμφανή φαινόμενα της συνεχιζόμενης απομόχλευσης της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία 10 χρόνια. Η βαθιά αυτή ύφεση έχει οδηγήσει σε σημαντική υποχώρηση του «δυνητικού προϊόντος», ένα φαινόμενο που στη βιβλιογραφία ονομάζεται «Υστέρηση» και το οποίο οδηγεί σε χαμηλότερη αποδοτικότητα του κεφαλαίου (φυσικό επιτόκιο), χαμηλότερη από εκείνη του επιτοκίου των ομολόγων. Η κατάσταση αυτή εντείνεται καθώς με τον καιρό εντείνεται η αποεπένδυση ενώ και η ποιότητα του εναπομείναντος αλλά και του νεοεισερχόμενου εργατικού δυναμικού χειροτερεύει με ραγδαίους ρυθμούς εξαιτίας της σοβαρής ποιοτικής υποβάθμισης όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, γεγονός για το οποίο τηρείται σιγή ιχθύος.

Η ελληνική οικονομία φαίνεται να βρίσκεται σε «παγίδα χαμηλής μεγέθυνσης» η οποία επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από τις δραστικές περικοπές των δημοσίων επενδύσεων και το υψηλό πολιτικό ρίσκο, λόγω της αλλοπρόσαλλης πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης. Αιτίες, που πάντως αναμένεται να ελαχιστοποιηθούν από τη νέα κυβέρνηση.

Ενώ η όποια αντιμετώπιση των παραπάνω σοβαρών προβλημάτων εναπόκειται είτε στην ύπαρξη δημοσιονομικού χώρου –ο οποίος είναι ελάχιστος– είτε στη διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ μέσω κυρίως των αγορών κρατικών και ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων, η εγχώρια πολιτική οφείλει να επικεντρωθεί, όπως έχω επανειλημμένως υποστηρίξει, στη φορολογική ελάφρυνση ιδίως των φυσικών προσώπων και της εργασίας, στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων φυσικών και νομικών προσώπων στον τομέα της μόνιμης κατοικίας με ισχυρότατα κίνητρα ώστε να ενισχυθεί δραστικά η εγχώρια δαπάνη χωρίς παράπλευρες απώλειες και στην εκ βάθρων αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος, πράγμα το οποίο είναι ίσως το δυσκολότερο από όλα.

* Ο κ. Θοδωρής Πελαγίδης είναι καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, NR senior Fellow, Brookings Institution.

ΈντυπηΠηγή άρθρου – kathimerini.gr

Use Facebook to Comment on this Post