Κάτω από τον στόχο «βλέπει» το πλεόνασμα και ο Στουρνάρας

Η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος, με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία, είναι πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ το 2019 έναντι στόχου 3,5%, ανέφερε ο κ. Στουρνάρας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μετά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που προειδοποίησε στην έκθεσή της για τον κίνδυνο να μην επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, μετά τις παροχές Τσίπρα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας έβαλε χθες στο τραπέζι συγκεκριμένα μεγέθη, αναφέροντας ότι η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος, με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία, είναι πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ, το 2019.

Αυτό σημαίνει ότι, κατά την κεντρική τράπεζα, προβλέπεται μια υστέρηση 0,6% του ΑΕΠ ή 1,1 δισ. ευρώ έναντι του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Το ποσό αυτό, πάντως, είναι μικρότερο από την εκτίμηση της Ε.Ε. για υστέρηση 1,2-1,4% του ΑΕΠ φέτος (2,2-2,8 δισ. ευρώ). Πρόκειται για πρόβλημα το οποίο δημιούργησε η διαχείριση και, κυρίως, η πολιτική παροχών ενόψει εκλογών της κυβέρνησης Τσίπρα, αλλά θα κληθεί να διαχειριστεί η επόμενη κυβέρνηση. Σε πρώτη φάση, πάντως, αύριο θα αντιμετωπίσει τους ομολόγους του στο Eurogroup επί του θέματος ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος.

Κατά τον κ. Στουρνάρα –αλλά και σύμφωνα με την πολιτική που έχει εξαγγείλει η Ν.Δ.– είναι σκόπιμο να μειωθεί ο στόχος για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Στη χθεσινή ομιλία του στο 2o ΙnvestGR Forum, υποστήριξε πως η διατήρηση μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων για παρατεταμένη χρονική περίοδο (π.χ. 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022) έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ, επίδραση που γίνεται εντονότερη όταν συνοδεύεται από πολύ υψηλή φορολογία.

Επομένως, σύμφωνα με τον κεντρικό τραπεζίτη, «σε συνεννόηση και συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους, θα πρέπει να μειωθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα μέχρι το 2022 και η οικονομική πολιτική να υιοθετήσει ένα μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές και χαμηλότερες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ώστε να είναι φιλικότερο προς τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη».

Μάλιστα, ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε ότι η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα δεν συνεπάγεται απαραιτήτως αύξηση του δημοσίου χρέους, αλλά, αντίθετα, ίσως οδηγήσει και σε μείωσή του, αν συνδυαστεί με περισσότερες μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι για επίπεδο χρέους 180% του ΑΕΠ, μια επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης κατά 1% (όπως είναι εφικτό εάν μειωθούν οι φόροι και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις και μεταρρυθμίσεις) ή/και μια μείωση του κόστους δανεισμού κατά 100 μονάδες βάσης (που έχει ήδη προκύψει σε σχέση με το σενάριο βάσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) είναι 1,8 φορές πιο αποτελεσματικά για τη μείωση του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ απ’ ό,τι μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα.

Ο κ. Στουρνάρας είπε επίσης ότι, ενώ έχει πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, όπως το πολύ υψηλό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, η υψηλή μακροχρόνια ανεργία, η γήρανση του πληθυσμού και το πολύ χαμηλό επίπεδο των επενδύσεων. Επισήμανε ότι το καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα της οικονομίας (σε σταθερές τιμές 2010) υποχώρησε κατά 67,4 δισ. ευρώ μεταξύ 2010-2016.

Για να φτάσουν οι επενδύσεις, εξαιρουμένων των κατοικιών, στα επίπεδα του 2010 σε 10 χρόνια, απαιτούνται ρυθμοί αύξησης 5% ετησίως, είπε ο κ. Στουρνάρας, σημειώνοντας ότι είναι μεν υψηλοί, αλλά εφικτοί για την ελληνική οικονομία με βάση την ιστορική εμπειρία και εφόσον βεβαίως υιοθετηθεί η κατάλληλη πολιτική.

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, το υφιστάμενο επιχειρηματικό περιβάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί φιλικό προς τις επενδύσεις, λόγω υψηλών φορολογικών συντελεστών, εκτεταμένης γραφειοκρατίας και καθυστερήσεων στη Δικαιοσύνη.

Προς άρση capital controls

«Είμαστε σε καλό δρόμο για την πλήρη άρση των capital controls φέτος», δήλωσε, εξάλλου, ο κ. Στουρνάρας στο περιθώριο του συνεδρίου, μιλώντας στο Reuters. Oι έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων επιβλήθηκαν τον Ιούνιο του 2015 και έχουν χαλαρώσει σταδιακά τα τελευταία χρόνια, αν και παραμένουν σε ισχύ σε ό,τι αφορά τις μεταφορές κεφαλαίων στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τον οδικό χάρτη του 2017, η πλήρης άρση τους προϋποθέτει επιστροφή της εμπιστοσύνης των καταθετών και πρόοδο στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Η Ελλάδα, σημειώνει το πρακτορείο, ανακτά την πρόσβαση στις αγορές ομολόγων και οι ιδιώτες καταθέτες επιστρέφουν στο τραπεζικό σύστημα.

ΈντυπηΠηγή άρθρου – kathimerini.gr

Use Facebook to Comment on this Post

Related posts

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *