xOrisOria News

Μιχάλης Χαλιάσος: Πρωτογενή πλεονάσματα και παραγωγικό έλλειμμα

«Οι ξένοι θα πάρουν τα χρήματά τους έτσι κι αλλιώς. Το αν θα τα πάρουν από το υστέρημα ή από το πλεόνασμά μας είναι, τελικά, δική μας επιλογή» (φωτ. από Eurogroup).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι δανειστές ενδιαφέρονται να λάβουν πίσω τα χρήματά τους. Αυτή η απλή δήλωση ήταν πηγή αισιοδοξίας για αρκετούς Ελληνες οικονομολόγους στην αρχή της κρίσης. Η συρρίκνωση του ιδιωτικού παραγωγικού τομέα και η εξάρτησή του από τις κρατικές δαπάνες ήταν συνυφασμένη με ένα αδιέξοδο: ποια κυβέρνηση θα προχωρούσε σε μεταρρυθμίσεις όταν η αντιπολίτευση υποσχόταν τα αντίθετα; Η απαίτηση των πιστωτών θα μπορούσε να αποτελέσει άλλοθι για ενδεδειγμένες παραγωγικές μεταρρυθμίσεις.
Οι αγορές χρεώνουν πλέον για την αβεβαιότητα της αποπληρωμής. Στα επιτόκια των δεκαετών ομολόγων μάς πήρε μέχρι τα μέσα του 2017 για να επανέλθουμε στα επίπεδα του τέλους του 2014. Και τώρα; Το επιτόκιο για τα ελληνικά ομόλογα είναι χαμηλότερο απ’ ό,τι στην αρχή του 2010, γύρω στα 3,8% και πρόσφατα στο 3,3%. Αυτό είναι ένα σημαντικό επίτευγμα, έστω και αν η διαφορά με το γερμανικό επιτόκιο είναι μεγαλύτερη από το 2010.
Η αγορά παρακολουθεί την εξέλιξη των προοπτικών τής Ελλάδος να εξυπηρετήσει το χρέος. Δείτε την πρόσφατη περαιτέρω μείωση του επιτοκίου όταν η χώρα ανακοίνωσε και το Eurogroup ενέκρινε την αποπληρωμή περίπου του 40% του εναπομείναντος χρέους προς το ΔΝΤ.
Η αυξημένη πιθανότητα της χώρας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του χρέους δεν αναγνωρίστηκε μόνον από τις αγορές μέσω των επιτοκίων, αλλά και από διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Ο S&P και ο DBRS τονίζουν την αυξητική τάση στον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ, τη συμμόρφωση με τη διεθνή εποπτεία, τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις και την πρόοδο στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Υπάρχει, όμως, κάτι περίεργο. Κάθε φορά που το Eurogroup εγκρίνει κάποια δόση προς την Ελλάδα ή κλείνει μια φάση αξιολόγησης, συνοδεύει τα συγχαρητήριά του με την προτροπή να εφαρμοστούν ευρύτατες μεταρρυθμίσεις. Κάθε φορά που οι οίκοι αξιολόγησης εκφράζουν εκτίμηση για την «προοπτική» ή την «τάση» της Ελλάδος, την εξαρτούν από την πορεία διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Γιατί είναι αναμμένο ένα κόκκινο λαμπάκι στο πιλοτήριο;
Οι αγορές, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι οίκοι αξιολόγησης μας επαινούν γιατί καταβάλλουμε τα ποσά που απαιτούνται. Η μείωση των επιτοκίων και η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας δεν αντικατοπτρίζουν ευημερία και άνεση στην καταβολή των δόσεων, αλλά την απόλυτη δέσμευσή μας, πολιτική και θεσμική, να εξυπηρετούμε το χρέος και να το μειώνουμε, ανεξάρτητα από την ευημερία ή τις αντιδράσεις των πολιτών.
Πετύχαμε εντυπωσιακά τους στόχους των ελλειμμάτων από την αρχή των προγραμμάτων. Ομως, η αναλογία χρέους προς ΑΕΠ υπερβαίνει συνεχώς τις χειρότερες προβλέψεις. Το 2012, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέμενε ότι θα πέσει στο 124% μέχρι το 2020. Το 2016 αναθεώρησε την πρόβλεψη για το 2020 σε 156% και για το 2019 στο 164,2%. Σήμερα βρισκόμαστε γύρω στο 180%.
Η «βουτιά» στο ΑΕΠ (περίπου κατά 25%) ήταν αντίστοιχη της Μεγάλης Υφεσης των ΗΠΑ στα 1929, αλλά η δική τους αποκαταστάθηκε σε επτά χρόνια, ενώ της Ελλάδος διαρκεί πέραν της δεκαετίας. Οι επενδύσεις υπέστησαν το 2018 τη μεγαλύτερη μείωση (12,2%) από τις 35 χώρες του ΟΟΣΑ. Καμιά άλλη χώρα της κρίσης δεν είχε μείωση. Και ποιος επενδύει; Είμαστε πρώτοι στον ΟΟΣΑ ως προς τον ρόλο του Δημοσίου και προτελευταίοι στον ρόλο των εταιρειών (το 2015 και 2017).
Οι Ελληνες εργάζονται περισσότερες ώρες από οποιονδήποτε άλλον στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά παράγουν κατά κεφαλήν το λιγότερο. Η παραγωγικότητα είναι σε διαρκή πτωτική πορεία, σε αντίθεση με τις άλλες χώρες της κρίσης, και είναι σήμερα κατά 10% μικρότερη αυτής του 2010. Εχουμε τη μεγαλύτερη ανεργία της Ευρωζώνης, συνολικά (18,4%) και στους νέους (40%). Στις εξαγωγές, είμαστε δεύτεροι, μετά την Ιρλανδία, στον ρυθμό αύξησης, αλλά τέταρτοι από το τέλος στο επίπεδο (ποσοστό εξαγωγών στο ΑΕΠ).
Είμαστε έτσι πολύ μακριά από μια πρόσβαση στις αγορές, που βασίζεται στην ικανότητά μας να παράγουμε αρκετά ώστε να εξυπηρετούμε τις υποχρεώσεις μας χωρίς μεγάλες θυσίες. Η επιτυχία στη μείωση επιτοκίων και στην πρόσβαση στις αγορές, που ήλθε χωρίς τις παραγωγικές μεταρρυθμίσεις, μας αποπροσανατολίζει.
Το 2017-18, η έρευνα ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum βρήκε ότι οι πιο προβληματικοί παράγοντες για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι οι φόροι, η γραφειοκρατία, οι μεταβαλλόμενοι και πολύπλοκοι φορολογικοί κανόνες, η αστάθεια οικονομικής πολιτικής και η κυβερνητική αστάθεια. Κατά την Παγκόσμια Τράπεζα, η Ελλάδα ήταν το 2018 στην 67η θέση ως προς την ευκολία λειτουργίας επιχείρησης και στην 37η και τελευταία στην Ευρωζώνη ως προς την ευκολία ίδρυσης επιχείρησης, με πρόσφατη πτωτική πορεία. Η κύρωση συμβολαίων απαιτεί 1.580 ημέρες, έναντι μ.ό. 578 στον ΟΟΣΑ και μόνον 164 στη Σιγκαπούρη. Το 2014 απαιτούσε 1.300 ημέρες. Η Ελλάδα υποβαθμίζεται διαρκώς στην κατάταξη ανταγωνιστικότητας του WEF: από 81η το 2014-15 στην 87η το 2017-18. Αν και οι δείκτες για τις υποδομές και τις δυνατότητες της χώρας είναι πιο ικανοποιητικοί, αυτοί που σχετίζονται με αξιοποίηση και εφαρμογή είναι απογοητευτικοί. Η Ελλάδα έχει βελτιωθεί στην κατάταξη του Transparency International για τη διαφθορά, αλλά βρίσκεται κάτω από όλες τις χώρες της κρίσης (59η).
Η πεποίθηση των μεταρρυθμιστών οικονομολόγων στην αρχή της κρίσης, ότι η επιθυμία των δανειστών να πάρουν τα χρήματά τους θα οδηγούσε σε μεταρρυθμίσεις που θα δημιουργήσουν δουλειές και ελπίδα, αποδείχθηκε εσφαλμένη. Ο ρους του ποταμού εξετράπη από τις μεταρρυθμίσεις και την παραγωγή προς τις δεσμεύσεις και την εποπτεία.
Γιατί, όμως, οι ξένοι αρκούνται στο να μας υπενθυμίζουν τις μεταρρυθμίσεις και δεν μας τις επιβάλλουν, όπως την καταβολή των δόσεων; Κάποιοι δηλώνουν ότι δεν υπάρχει ελπίδα εφαρμογής και οι αναφορές γίνονται για να έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους. Οι πιο θετικοί υποδεικνύουν ότι οι ίδιοι οι Ελληνες πρέπει να αποφασίσουν να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις αυτές, αν πρόκειται να έχουν πιθανότητες επιτυχίας.
Οι ξένοι θα πάρουν τα χρήματά τους έτσι κι αλλιώς. Το αν θα τα πάρουν από το υστέρημα ή από το πλεόνασμά μας είναι, τελικά, δική μας επιλογή.
* Ο κ. Μιχάλης Χαλιάσος κατέχει την έδρα Μακροοικονομικών και Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Γκαίτε της Φρανκφούρτης και είναι σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το άρθρο αποτελεί συντομευμένη εκδοχή της ομιλίας του στο συνέδριο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.

ΈντυπηΠηγή άρθρου – kathimerini.gr

Use Facebook to Comment on this Post