Ποιοι κρύβονται πίσω από τις «ακροάσεις» στελεχών της Χρυσής Αυγής

Μετά τα γεγονότα στη «βίλα Αμαλία», με εντολή του τότε υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Νίκου Δένδια, ΕΥΠ και ΔΑΕΕΒ παρακολουθούσαν στελέχη και μέλη της Χρυσής Αυγής. Από τότε ξεκίνησε η «ανάφλεξη» και στις δύο υπηρεσίες με παραιτήσεις και «αποκεφαλισμούς» στελεχών
Όλα ξεκίνησαν με την…. Γαλάζια Στρατιά του Παναγιώταρου και από τους φόβους των υπηρεσιών ασφαλείας της Γερμανίας και της Γαλλίας για ανεξέλεγκτη δράση, ακόμη και για προβοκάτσιες εκ μέρους της ελληνικής ακροδεξιάς

Η ιστορία για πολλούς άρχισε με την καταδρομή στις Σκουριές της Χαλκιδικής όταν ο Νίκος Δένδιας απεφάνθη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διαδραματίζει ρόλο εσωτερικού υπονομευτή. Τα αποτελέσματα της δραστηριότητας των ηλεκτρονικών κοριών ήταν απογοητευτικά. Είχε προηγηθεί ωστόσο η υπόθεση της Γαλάζιας Στρατιάς, των οργανωμένων χούλιγκαν της Χρυσής Αυγής με επικεφαλής τον Ηλία Παναγιώταρο.

Οι έρευνες εντάθηκαν μετά τη δολοφονία Φύσσα για να πάρουν φωτιά όταν το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ανέθεσε το έργο των «ακροάσεων» σε δύο υπηρεσίες. Τα «όργανα» ωστόσο εντός της ΕΥΠ είχαν αρχίσει από καιρό. Προσωπικές φιλοδοξίες, κομματικές γραμμές, αντιφάσεις της εξουσίας και κυρίως ανικανότητα και αδυναμία καθορίζουν τον εσωτερικό χάρτη της Υπηρεσίας Πληροφοριών. Στην Κατεχάκη σοβεί ένας εσωτερικός πόλεμος.

Η υπόθεση της Χρυσής Αυγής διαδραμάτισε ρόλο καταλύτη αν όχι θρυαλλίδας. Το ερώτημα ωστόσο είναι καίριο. Πού αρχίζει και πού τελειώνει η νομιμότητα και που αρχίζει η παρανομία; Και πόσο τα στοιχεία είναι ατράνταχτα ή κατά πόσο είναι απλώς «αποχρώσες ενδείξεις»; Τα όρια είναι δυσδιάκριτα. Σε πολλές περιπτώσεις τα πράγματα είναι πιο απλά. Οι ικανοί διώκονται και οι ανίκανοι ανταμείβονται. Το μόνο ενδεχομένως που δεν διασφαλίζεται είναι το ίδιο το αντικείμενο της λειτουργίας των Υπηρεσιών. Η ασφάλεια της πολιτείας.

Συνωμοσίες και «μαχαιρώματα»

Οι αστυνομικές αρχές και η ΕΥΠ άρχισαν να ασχολούνται και να ενημερώνονται για την παρουσία και δράση της Χρυσής Αυγής, το έτος 1998, όταν ο στενός συνεργάτης του Νίκου Μιχαλολιάκου, Αντώνης Ανδρουτσόπουλος και περισσότερο γνωστός ως «Περίανδρος», εξαφανίστηκε αφού επιτέθηκε με δολοφονική διάθεση εναντίον των φοιτητών Δημήτρη Κουτσούρη και Ηλία Φωτιάδη, καθώς επίσης και κατά του εκπαιδευτικού Γιάννη Καραμπατσόλη.

Η υποδιεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας της ΕΛ.ΑΣ. ανέλαβε τη σχετική υπόθεση, ενώ η ΕΥΠ απλώς φρόντιζε να έχει μία ενημέρωση επί των αποτελεσμάτων των ερευνών.

Η ΕΥΠ άρχισε να ασχολείται ουσιαστικά, όταν εμφανίστηκε στα γήπεδα η Γαλάζια Στρατιά, παρακλάδι της Χρυσής Αυγής και απόλυτα ελεγχόμενη από τον Ηλία Παναγιώταρο. Αυτό έγινε το έτος 2000 και με αφορμή τους ποδοσφαιρικούς αγώνες μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, όταν κάποιοι θερμόαιμοι Αλβανοί έκαψαν ελληνικές σημαίες στις κερκίδες.

Το ενδιαφέρον της ΕΥΠ για τη Γαλάζια Στρατιά και κατ’ επέκταση για τη Χρυσή Αυγή προκλήθηκε από τους φόβους για φασιστικές προκλήσεις και επεισόδια, που θα υποκινούνταν και θα προκαλούνταν από τα μέλη της Χρυσής Αυγής, υπό την ομπρέλα της Γαλάζιας Στρατιάς και σε ποδοσφαιρικούς αγώνες της Εθνικής μας ομάδας τόσο στην Ελλάδα όσο και (περισσότερο) στο εξωτερικό. Οι φόβοι αυτοί διατυπώθηκαν και από τις συνεργαζόμενες υπηρεσίες πληροφοριών της Γαλλίας, της Ιταλίας (που αντιμετώπιζε το ιδιαίτερο πρόβλημα με τη Λάτσιο) και κυρίως της Γερμανίας. Μία τέτοια πρόκληση αποτέλεσε και ο φασιστικός χαιρετισμός μελών πυρήνα της Γαλάζιας Στρατιάς όταν ανακρούονταν ο εθνικός μας ύμνος πριν από την έναρξη του ποδοσφαιρικού αγώνα Ελλάδας – Τουρκίας στο στάδιο «Γ. Καραϊσκάκης», στις 24.3.2007.

Μέχρι το έτος 2008 η παρακολούθηση της δράσης των μελών της Χρυσής Αυγής γινόταν μέσα από την καταγραφή των ανοικτών συγκεντρώσεων και γενικά των δραστηριοτήτων του συγκεκριμένου κόμματος – οργάνωσης από μία μικρή ομάδα της υποδιεύθυνσης κρατικής ασφάλειας, χωρίς ποτέ να έχει επιδειχθεί ιδιαίτερη προτεραιότητα ή σημασία.

Η ΕΥΠ, λόγω των υποχρεώσεών της απέναντι στις συνεργαζόμενες ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών, φρόντιζε να συμμετέχει και να ανταποκρίνεται ανάλογα στις διάφορες ειδικές συναντήσεις «ομάδων εργασίας» επί των ακροδεξιών και φασιστικών κινημάτων στην Ευρώπη, με βασικό υποκινητή και ενδιαφερόμενο τη γερμανική υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας BFV.

Η ελληνική μυστική υπηρεσία άρχισε να ασχολείται περισσότερο μεθοδικά με την παρακολούθηση της Χρυσής Αυγής από το έτος 2008, αξιοποιώντας τις τότε νεοαποκτηθείσες δυνατότητες υποκλοπής συνομιλιών και επαφών της ψηφιακής σταθερής και της κινητής τηλεφωνίας. Τονίζεται ότι η ενασχόληση της ΕΥΠ με το συγκεκριμένο κόμμα – οργάνωση ουσιαστικά απαιτήθηκε από τις γερμανικές υπηρεσίες (κυρίως από τη BFV) και από τις υποχρεώσεις της ελληνικής υπηρεσίας να συμμετέχει και να συνεισφέρει στις διάφορες σχετικές ευρωπαϊκές ειδικές συζητήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, η παρακολούθηση της Χρυσής Αυγής είχε τον χαρακτήρα της ήσσονος προτεραιότητας για την ΕΥΠ και ειδικότερα για την αρμόδια Γ’ Διεύθυνση, η δραστηριότητα της οποίας επί του συγκεκριμένου αντικειμένου περιοριζόταν στην παρακολούθηση δύο τηλεφωνικών γραμμών.

Οι απαιτήσεις των συνεργαζόμενων ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών έγιναν περισσότερο έντονες στις αρχές του 2012, εν όψει του EURO στην Πολωνία και στην Ουκρανία, υπό τον φόβο πρόκλησης επεισοδίων, που θα μπορούσαν να σχετίζονται με πιθανή συνεργασία μελών της Γαλάζιας Στρατιάς με μέλη άλλων ακροδεξιών – φασιστικών ομάδων, κυρίως ουκρανικών. Οι εθνικές εκλογές τον Μάιο του 2012 και ειδικότερα τα αποτελέσματά τους φαίνεται να άλλαξαν και να επηρέασαν τους σχεδιασμούς της Γαλάζιας Στρατιάς και λειτούργησαν ανασταλτικά σε πιθανές δυναμικές κινητοποιήσεις και δράσεις της στα γήπεδα της Πολωνίας και της Ουκρανίας, αφού η «μητέρα» Χρυσή Αυγή, εισερχόμενη στη Βουλή, δεν θα επιθυμούσε να ταυτιστεί ή να συνεχίσει με ακραίες ενέργειες.

Τα διάφορα επεισόδια, με πρωταγωνιστές βουλευτές της Χρυσής Αυγής, κυρίως στο Λεκανοπέδιο Αττικής, προβλήθηκαν και αποδοκιμάστηκαν από τα περισσότερα ΜΜΕ και καταγγέλθηκαν στη Βουλή πρωτίστως από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκαν οι πρώτοι φάκελοι προανακριτικών ενεργειών εις βάρος βουλευτών και μελών της Χρυσής Αυγής από την ΕΛ.ΑΣ., αλλά δινόταν η εντύπωση ότι απλώς κάποια γεγονότα καταγράφηκαν για τυπικούς λόγους, χωρίς να δρομολογηθεί και να επισπευσθεί η απαιτούμενη διαδικασία, όπως τουλάχιστον ισχυρίσθηκαν αρκετοί στη συνέχεια.
Στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο άρχισε να δημιουργείται ένα κλίμα έντασης και αντιπαράθεσης μεταξύ στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και του υπουργού Δημόσιας Τάξης Νίκου Δένδια, με αφορμή κάποιες επιχειρήσεις – «σκούπα» της ΕΛ.ΑΣ. και επεμβάσεις για εκκένωση της βίλας «Αμαλία».
Η κόντρα ΣΥΡΙΖΑ και Νίκου Δένδια κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια των γεγονότων και επεισοδίων στις Σκουριές Χαλκιδικής, ενώ από κυβερνητικά στελέχη διατυπώθηκαν ευθείες κατηγορίες κατά στελεχών του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι υποκίνησαν και ουσιαστικά οργάνωσαν τα επεισόδια.

Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, υποκινούμενος πιθανώς από κάποιες θετικές για το πρόσωπό του εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν κυρίως από τις αστυνομικές επιχειρήσεις στην Αθήνα και επιδιώκοντας να αποδείξει την εμπλοκή των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στα επεισόδια, ανέθεσε στη ΔΑΕΕΒ και στην ΕΥΠ να κινηθούν προς εξεύρεση στοιχείων, που θα αποδείκνυαν τη σχετική εμπλοκή του ΣΥΡΙΖΑ. Στο πλαίσιο αυτό, δρομολογήθηκε η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου για συγκεκριμένα περιφερειακά στελέχη του, αλλά τα αποτελέσματα δεν δικαίωσαν τις υποψίες ή τις προσδοκίες του υπουργού.

Κάποια κυβερνητικά στελέχη συνέχιζαν να χρησιμοποιούν τα επεισόδια στις Σκουριές για να πλήξουν ή να εκθέσουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά χωρίς να προκύπτουν σχετικές αποδείξεις, οι ίδιοι κυβερνητικοί κύκλοι εμπνεύστηκαν και άρχισαν να προβάλουν τη θεωρία των δύο άκρων, αντιλαμβανόμενοι προφανώς τη μεγάλη άνοδο, επιρροή και δράση της Χρυσής Αυγής σε πολλές περιοχές της Αττικής.

Από το σημείο εκείνο ξεκίνησε μία καλά οργανωμένη προσπάθεια παρακολούθησης της δράσης στελεχών της Χρυσής Αυγής για να εντοπισθούν και να αποδειχθούν παράνομες ή εγκληματικές της δραστηριότητες, τις οποίες η κυβέρνηση υπολόγιζε να χρησιμοποιήσει για να ανακόψει την άνοδο και επιρροή της στο εκλογικό σώμα και βεβαίως να αντιμετωπίσεις τις όποιες διαμαρτυρίες και ενστάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, προβάλλοντας προς κάθε κατεύθυνση την απειλή των δύο άκρων.
Βεβαίως, η συλλογή σχετικών πληροφοριών και στοιχείων βασίσθηκε στις άρσεις του τηλεφωνικού απορρήτου και τις νόμιμες τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, αλλά και στις άλλες τυπικά «ανύπαρκτες» και παράνομες δυνατότητες τηλεφωνικών υποκλοπών («βαλιτσάκια») που είχαν αποκτήσει επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, τόσο η ΔΑΕΕΒ όσο και η ΕΥΠ.

Ο Νίκος Δένδιας «μοίρασε» αυτή την λεπτή αποστολή στις δύο υπηρεσίες, ενεργώντας και με κάποια καχυποψία απέναντί τους, αφού έτσι θα εξασφάλιζε ροή πληροφοριών από δύο διαφορετικές και «αντίπαλες» υπηρεσίες για το ίδιο αντικείμενο, έχοντας παράλληλη και τη δυνατότητα σύγκρισης δυνατοτήτων και εχεμύθειας. Συγχρόνως, καμία από τις δύο δεν θα αισθανόταν ότι παραγκωνίζεται ή ότι υστερεί σε εμπιστοσύνη έναντι της άλλης και απέναντι στον προϊστάμενο υπουργό.

Στη θέση του διευθυντή της ΔΑΕΕΒ βρίσκονταν από τον Οκτώβριο του 2009 και ως επιλογή του Μ. Χρυσοχοΐδη ο τότε ταξίαρχος Άλκης Τζοΐτης, ενώ προϊστάμενος στην αρμόδια Γ΄Διεύθυνση της ΕΥΠ είχε τοποθετηθεί πριν από λίγους μήνες ο αστυνομικός διευθυντής Δήμος Κουζήλος, ως επιλογή του πρωθυπουργού περιβάλλοντος και ειδικότερα του φίλου του και επικεφαλής για την ασφάλεια του πρωθυπουργού, Λάζαρου Γκλεζάκου. Τόσο ο Τζοΐτης όσο και ο Κουζήλος είχαν προηγούμενη πολυετή θητεία στην ΕΥΠ και μάλιστα στον ίδιο τομέα της Γ’ Διεύθυνσης, το τμήμα φυσικών παρακολουθήσεων και ερευνών. Ο μεν Τζοΐτης υπηρέτησε επί κυβερνήσεων Κ. Σημίτη, ο δε Κουζήλος επί κυβέρνησης Κ. Καραμανλή, αλλά για πάνω από έναν χρόνο (2004 – 2005) συνυπηρετούσαν στο ίδιο τμήμα και γνωρίζονταν πολύ καλά. Αντίθετα με τη γνωριμία τους, η συνεργασία τους, όταν αντίστοιχα βρέθηκαν στο τιμόνι της ΔΑΕΕΒ και της Γ’ Διεύθυνσης ΕΥΠ, δεν ήταν καθόλου καλή και αυτό ίσως να οφείλεται και στην παραδοσιακή αντιπαλότητα των δύο υπηρεσιών.

Τυπικά, ο Κουζήλος μπορούσε να θεωρηθεί περισσότερο έμπιστος, αλλά ο Τζοΐτης για κάποιον άγνωστο λόγο απολάμβανε μίς απίστευτης εμπιστοσύνης από τον υπουργό Ν. Δένδια, ο οποίος αρχικά ήταν διατεθειμένος να τον αντικαταστήσει άμεσα, ως επιτελικά υστερούντα και κυρίως ως μη εξασφαλίζοντα εχεμύθεια.

Αυτή η ανεξήγητη συμπεριφορά εμπιστοσύνης του Ν. Δένδια απέναντι στον Τζοΐτη και τον Κουζήλο αποδείχθηκε και από την ανάθεση αποστολών στο θέμα της Χρυσής Αυγής. Στον μεν Κουζήλο της ΕΥΠ ανατέθηκαν οι νόμιμες τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, στον δε Τζοΐτη της ΔΑΕΕΒ εκείνες με την απόλυτη εμπιστευτική και ευαίσθητη χρήση των περιβόητων κινητών συσκευών («βαλιτσάκια»), τα οποία ενεργοποιούνται χωρίς εισαγγελικές διατάξεις και συνεργασίες με τηλεφωνικούς παρόχους, εξασφαλίζοντας επιλεκτική σκόπευση ή γενική καταγραφή (σάρωμα) τηλεφωνικών συνομιλιών σε συγκεκριμένο χώρο (π.χ. γραφεία ενός κόμματος, χώροι κατοικιών κ.λ.π.).

Η ΕΥΠ, ακολουθώντας την ίδια τακτική που ήδη είχε εφαρμόσει στα πρότυπα της διοίκησης Μπίκα – Παπαγεωργίου, για την παρακολούθηση του ΣΥΡΙΖΑ, εξασφάλισε άρσεις απορρήτου για περιφερειακά στελέχη της Χρυσής Αυγής και όχι για τους βουλευτές του κόμματος για τους οποίους βέβαια δεν θα συμφωνούσε και ο αρμόδιος εισαγγελέας, Μεταξύ των στόχων που παρακολουθούσε η ΕΥΠ ήταν και ο πυρηνάρχης της Χρυσής Αυγής στη Νίκαια, Γιώργος Πατέλης, επειδή ο πυρήνας της συγκεκριμένης περιοχής ήταν μεγάλος και ιδιαίτερα δραστήριος. Το πληροφοριακό υλικό που προέκυπτε από τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις περιφερειακών στελεχών της Χρυσής Αυγής αξιολογούνταν από τον Κουζήλο ως όχι ξεχωριστού ενδιαφέροντος, αφού συνήθως αναφέρονταν σε κάποιες τοπικές αντιπαραθέσεις και μικροσυμπλοκές με μέλη ομάδων του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτά τα στοιχεία ο Κουζήλο και κατ’ επέκταση η ΕΥΠ εκτιμούσε ότι δεν ήταν αξιοποιήσιμα, με αποτέλεσμα μετά από λίγες ημέρες να διαγράφονται και να καταστρέφονται. Παράλληλα, ανάλογο υλικό συγκέντρωνε και η ΔΑΕΕΒ, μέσω των «ανύπαρκτων» κινητών συσκευών, το οποίο αποθηκευόταν σε CD.

Με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, αναζητήθηκαν στην ΕΥΠ προηγούμενες τηλεφωνικές επικοινωνίες και επαφές όλων των στόχων. Έτσι, αποκαλύφθηκαν οι επικοινωνίες του Γιώργου Πατέλη σε βάθος μόνο λίγων ημερών πριν δολοφονηθεί ο Π. Φύσσας, αφού οι προηγούμενες είχαν καταστραφεί.

Αντίθετα, η ΔΑΕΕΒ του Τζοΐτη, επειδή αποθήκευε το υλικό σε CD βρέθηκε να διαθέτει περισσότερα στοιχεία, αν και είχαν ήδη καταστραφεί και από αυτήν. Μερικές από τις παράνομα υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνομιλίες και επαφές η ΔΑΕΕΒ βιαστικά έσπευσε να τις ενσωματώσει στη σχετική δικογραφία, αλλά στη συνέχεια κάποιοι, αντιλαμβανόμενοι ότι το υλικό προέκυψε με όχι νόμιμες και προβλεπόμενες διαδικασίες, φρόντισαν να τις αφαιρέσουν. Έτσι εξηγείται και ο ισχυρισμός και η καταγγελία του Ηλία Κασιδιάρη ότι οι ανακριτικές αρχές επικαλέσθηκαν τηλεφωνικές συνομιλίες του, που βρίσκονταν στον φάκελο της δικογραφίας για να του απαγγελθούν κατηγορίες, αλλά στη συνέχεια εξαφανίστηκαν.
Κάποιες πληροφορίες μέσα από τα στεγανά της ΔΑΕΕΒ αναφέρουν ότι καταβλήθηκε προσπάθεια να δικαιολογηθούν και να καλυφθούν οι συγκεκριμένες συνομιλίες μέσα και πίσω από τις εισαγγελικές διατάξεις που είχε στη διάθεσή τη η ΕΥΠ, αλλά οι σχετικοί συνδυασμοί και συσχετισμοί δεν επέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα και έτσι αυτές ουδέποτε ενσωματώθηκαν ξανά στον σχετικά ογκώδη φάκελο της δικογραφίας.

Μία εβδομάδα περίπου μετά τη δολοφονία του Π. Φύσσα και ενώ οι αρμόδιες αστυνομικές υπηρεσίες συγκέντρωναν και ομαδοποιούσαν όλα τα στοιχεία για τις δράσεις και δραστηριότητες των βουλευτών και των στελεχών της Χρυσής Αυγής, φέρονται να παραιτήθηκαν, εντελώς ξαφνικά, ο επιθεωρητής Νοτίου Ελλάδος της ΕΛ.ΑΣ. αντ/γος Ιωάννης Δικόπουλος και ο γενικός διευθυντής περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας υπ/γος Απόστολος Κασκάνης.

Οι λόγοι της παραίτησής τους δεν έγιναν επίσημα γνωστοί, αλλά πολλοί ισχυρίσθηκαν τότε ότι έδειχναν μία ύποπτη ανοχή και συγκάλυψη κάποιας ομάδας της Χρυσής Αυγής στη Χαλκίδα, γεγονός το οποίος διετάχθη διενέργεια ΕΔΕ, την οποία οι δύο ανώτατοι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. θεώρησαν ότι τους υποτιμά και τους προσβάλει, υποβάλλοντος για τον λόγο αυτόν τις παραιτήσεις τους.

Οι δύο παραιτηθέντες θεωρούνταν άριστοι αξιωματικοί, υπηρετήσαντες σε μάχιμες υπηρεσίες και επιχειρησιακές ομάδες. Ο Ι. Δικόπουλος φερόταν ως ο σίγουρα επόμενος αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. και μέχρι την ημέρα την παραίτησής του απολάμβανε της απόλυτης εμπιστοσύνης και εύνοιας του υπουργού Νίκου Δένδια.

Η παραίτησή του για τα γεγονότα σε Μελιγαλά και Χαλκίδα δεν πείθει και μάλλον έχουν δίκιο εκείνοι που ισχυρίζονται και επιμένουν ότι ο Δικόπουλος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, διαφωνώντας πλήρως και προβάλλοντας τις ενστάσεις του επί του περιεχομένου του σχηματιζομένου φακέλου για διώξεις βουλευτών και στελεχών της Χρυσής Αυγής εντοπίζοντας σημαντικά κενά και αοριστίες, διαθέτοντας πολλές γνώσεις και ξεχωριστή εμπειρία από δικογραφίες και δικαστικές διαδικασίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Δικόπουλος ήταν φανερά ενταγμένος στο κόμμα της ΝΔ και ουδεμία σχέση ή συμπάθεια μπορούσε να έχει με το όλο περιβάλλον της Χρυσής Αυγής. Αξιοσημείωτο, επίσης, γεγονός αποτελεί ότι υπηρέτησε και στην ΕΥΠ στο διάστημα 2004 – 2009, ως διευθυντής της Γ’ Διεύθυνσης, έχοντας ως υφιστάμενό του τον Δήμκο Κουζήλο και για έναν περίπου χρόνο και τον Άλκη Τζοΐτη. Η συνεργασία και η φιλία του με τον Δ. Κουζήλο ήταν ιδιαίτερα στενή, αφού συνυπηρέτησαν για πολλά χρόνια και σε άλλες αστυνομικές υπηρεσίες.

Η σχέση του με τον Τζοΐτη ήταν επίσης καλή, αλλά μερικά στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. αναφέρουν ότι στην «παραίτησή» του έπαιξε κάποιο ρόλο και ο Τζοΐτης. Ο δεύτερος παραιτηθείς Α. Κασκάνης μάλλον παρασύρθηκε και οδηγήθηκε και αυτός σε παραίτηση εξαιτίας της σχέσης του με τον Δικόπουλο, αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι ήταν ήδη χρεωμένος και με την αποτυχία στην υπόθεση του Αλβανού κακοποιού και δραπέτη φυλακών, Μάριον Κόλα.

Τα εσωτερικά «μαχαιρώματα» και οι συνωμοσίες στην Κατεχάκη

Σε διάστημα μερικών ημερών μετά την παραίτηση – απομάκρυνση του Δικόπουλου από την ΕΛ.ΑΣ., αποδεσμεύτηκε, επίσης ξαφνικά από την ΕΥΠ, ο διευθυντής της Γ’ Διεύθυνσης Δήμος Κουζήλος, χωρίς προβαλλόμενο λόγο. Πολλοί έσπευσαν να συσχετίσουν την αποδέσμευση Κουζήλου με την παραίτηση Δικόπουλου, λόγω της στενής τους σχέσης και φιλίας. Ίσως και αυτό το στοιχείο να έπαιξε κάποιο ρόλο, αλλά περισσότερο ως κάλυψη και ως δικαιολογία μπορεί να προβληθεί. Οι πραγματικοί λόγοι της απομάκρυνσης Κουζήλου από την ΕΥΠ ήταν αποτέλεσμα ενός συνεχούς και ύπουλου σε βάρος του πολέμου από την υφισταμένη και υποδιευθύντρια του τομέα της αντικατασκοπείας Ε.Κ. Από την πρώτη ημέρα που ανέλαβε καθήκοντα διευθυντού στη Γ’ Διεύθυνση, η συγκεκριμένη υποδιευθύντρια, επιδιώκοντας προφανώς να καταλάβει η ίδια τη θέση του, άρχισε να καταγράφει κάθε πραγματικό ή κατασκευασμένο λάθος ή παράλειψή του και να τα αναφέρει εντέχνως και εμφανώς παραποιημένα στον α’ υποδιοικητή Παναγιώτη Κοντούλη και στον διοικητή Θεόδωρο Δραβίλλα, οι οποίοι μάλλον αποδείχθηκαν ως ευκόλως διαχειρίσιμοι από τη συγκεκριμένη και ικανότατη ως προς αυτό υποδιευθύντρια.

Η Ε.Κ. τοποθετήθηκε στη σημαντική θέση της υποδιευθύντριας αντικατασκοπείας από τη διοίκηση Μπίκα, χωρίς να έχει υπηρετήσει ούτε μία ημέρα σε επιχειρησιακή διεύθυνση, χωρίς να έχει υποστεί καμία σχετική επιχειρησιακή εκπαίδευση και, βεβαίως, χωρίς να διαθέτει τις απολύτως αναγκαίες ειδικές γνώσεις. Υπηρετούσε από τη μέρα του διορισμού της στη διεύθυνση ανάλυσης (Δ’) της ΕΥΠ και ειδικότερα στο τμήμα συλλογής και διανομής πληροφοριών ανοικτών πηγών (τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, εφημερίδων, περιοδικών sites, blogs κ.λ.π.).

Μοναδικό της προσόν η κομματική της ταυτότητα και η στενή της σχέση με τον αρχισυνδικαλιστή της ΕΥΠ Θ.Σ., στον οποίο γνωστοποιούσε πάντοτε όλα τα γεγονότα στη Γ’ Διεύθυνση και φυσικά όλες τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες, κυρίως τις προερχόμενες από τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, η διαδρομή και η κατάληξη των οποίων δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί, αλλά είναι πολύ πιθανό να προσομοιάζει και να συσχετίζεται με εκείνη της διαρροής των ειδικών πληροφοριακών δελτίων του πρωθυπουργού, που φαίνεται να προκύπτει μέσα από τη συνεχιζόμενη ανάκριση για το σχέδιο «Πυθία 1» (δολοφονία πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή – σχέδιο αποσταθεροποίησης της χώρας).

Όταν τοποθετήθηκε ο Κουζήλος στη θέση του διευθυντή της Γ’ Διεύθυνσης, εισηγήθηκε την αντικατάσταση των δύο υποδιευθυντριών, προτείνοντας για τις συγκεκριμένες θέσεις άξια και έμπειρα στελέχη, τα οποία γνώριζε από την πρώτη θητεία του στην ΕΥΠ. Οι εισηγήσεις του, για άγνωστους και ανεξήγητους λόγους, δεν έγιναν δεκτές και ο Κουζήλος συμβιβαζόμενος με την ιδέα της καλής συνεργασίας, εμπιστεύθηκε την Ε.Ε. και είχε άψογη συμπεριφορά απέναντί της. Η τελευταία, όμως, σκεφτόταν και ενεργούσε εντελώς διαφορετικά από αυτόν, εκμεταλλευόμενη ή δημιουργώντας ευκαιρίες και δυνατότητες για να τον υποτιμά, να τον αγνοεί και να τον κατηγορεί τόσο στη Διοίκηση όσο και στους δικούς της της ιδίας κομματικής προέλευσης και αξίας ανθρώπους.

Η μεγάλη ευκαιρία της δόθηκε με τη δολοφονία Φύσσα και τις καταγραφείσες αλλά ουδέποτε θεωρηθείσες από τον Κουζήλο ως αξιοποιήσιμες τηλεφωνικές συνομιλίες των στελεχών της Χρυσής Αυγής, αποδίδοντας σε αυτόν δόλο, συμπάθεια και σχέση με τον συγκεκριμένο χώρο. Οι καταγγελίες – κατηγορίες της Ε.Κ. εναντίον του Κουζήλου, καταλλήλως διογκωμένες και υπερβολικές, έγιναν συγχρόνως ή προηγουμένως γνωστές και σε κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με τρόπο που δεν μπορεί επί του παρόντος να αποκαλυφθεί, αλλά θα πρέπει σίγουρα να διερευνηθεί από τη διοίκηση της ΕΥΠ, με δεδομένα και σαφή κάποια από τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία.

Η παραίτηση – απομάκρυνση του Δικόπουλου από την αστυνομία ήρθε να δέσει απόλυτα με όλες τις κατηγορίες της Ε.Κ. εναντίον του Κουζήλου και ειδικότερα με εκείνες της ανοχής και κάλυψης απέναντι στην Χρυσή Αυγή. Έτσι, η διοίκηση της ΕΥΠ, έχουσα βομβαρδιστεί από καιρό με σωρεία άλλων καταγγελιών, ήταν ήδη επηρεασμένη μέχρι ενός βαθμού δυσμενώς έναντι του Κουζήλου από τις μεθοδικές ενέργειες της Ε.Κ. και δεν άργησε να αποφασίσει σε συνεννόηση και συνεργασία με Μαξίμου και Δένδια, την άμεση αποδέσμευση και απομάκρυνσή του από την ΕΥΠ, χωρίς να προβληθεί και για την περίπτωσή του συγκεκριμένος λόγος, αφήνοντάς τον αδικαιολόγητα και ανεπίτρεπτα έκθετο στις πανταχόθεν κατηγορίες για σχέσεις με την Χρυσή Αυγή, μέσω της μακρινής συγγένειάς του με τον συνώνυμό του, βουλευτή Πειραιά.

Η αλήθεια είναι ότι ο Κουζήλος ήταν ένας καλός επιχειρησιακός αξιωματικός της αστυνομίας, σαφώς ενταγμένος και πιστός στις κομματικές γραμμές της Ν.Δ., γνώριζε τα θέματα και ήταν ικανός να οργανώσει επιχειρήσεις μέσα από τις δυνατότητες της Γ’ Διεύθυνσης ΕΥΠ, ικανότητα που δεν διέθετε στον ελάχιστο βαθμό η κατήγορός του. Ίσως, λόγω και του ιδιαίτερου φόρτου εργασίας του να μην αξιολόγησε και να μην ιεράρχησε σωστά κάποιες συνομιλίες χρυσαυγιτών, στοιχεία που πριν από τη δολοφονία Φύσσα δεν μπορούσαν αντικειμενικά να χαρακτηρισθούν και ως εντυπωσιακά. Ίσως, ακόμα, λόγω της απόλυτης ταύτισής του με την κομματική γραμμή της ΝΔ να απέδωσε μεγαλύτερη σημασία και αξία στο πληροφοριακό υλικό που προέκυπτε από τις συνομιλίες στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, με δεδομένο πάντοτε το στοιχείο – κατεύθυνση για παρακολούθηση και έκθεση των δύο άκρων.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η Γ΄Διεύθυνση είχε μία επιχειρησιακή δυνατότητα, την οποία ανέπτυσσε και προς άλλους και φυσικά βασικότερους τομείς της αποστολής της, όπως η αντικατασκοπεία, η τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, κ.λ.π. δραστηριότητες που απασχολούσαν και απορροφούσαν ανάλογο ενδιαφέρον και χρόνο για έναν υπεύθυνο διευθυντή.

Είναι αρκετοί εκείνοι μέσα στην ΕΥΠ, που υποστηρίζουν ότι ο Κουζήλος υπέβαλε διάφορες εισηγήσεις για επιχειρησιακές δράσεις και διεισδύσεις της υπηρεσίας σε καίριους και ενδιαφέροντες από πλευράς εθνικής ασφάλειας και τρομοκρατικής απειλής στόχους, αλλά αυτές σχεδόν στο σύνολό τους δεν έγιναν ποτέ αποδεκτές από τη διοίκηση της υπηρεσίας μετά από ενέργειες της Ε.Κ., η οποία πάντοτε έβρισκε τρόπο να τις απαξιώνει, να τις αποδομεί και να προβάλλει κινδύνους έκθεσης της υπηρεσίας. Οι ίδιοι κύκλοι ισχυρίζονται ακόμα ότι ο α’ υποδιευθυντής Π. Κοντούλης ήταν εκείνος που πρώτος απέρριπτε και απαξίωνε το όλο έργο και την προσπάθεια του Κουζήλου, με τον οποίο ουδέποτε ανέπτυξε την επιβαλλόμενη από τα καθήκοντά του σχέση και συνεργασία, επηρεαζόμενος απόλυτα, ανεξήγητα και ανεπίτρεπτα από την παντελώς άσχετη με επιχειρησιακή δράση και αντίληψη προτεραιοτήτων υποδιευθύντρια Ε.Κ.

Σίγουρα, λοιπόν, ο Κουζήλος υπήρξε θύμα μιας συγκυρίας γεγονότων γύρω από τη Χρυσή Αυγή και κυρίως από τον διαρκή και ανέντιμο πόλεμο της Ε.Κ., η οποία από την απομάκρυνση του Κουζήλου κατέλαβε τη θέση του, στο τιμόνι της Γ’ Διεύθυνσης, επιτυγχάνοντας τον σκοπό της.

Πρώτη φορά στα χρονικά…

Δεν έχει συμβεί ξανά στην ιστορία της ΚΥΠ – ΕΥΠ να αναλαμβάνει έστω και απλά επιχειρησιακά καθήκοντα στη Γ’ Διεύθυνση υπάλληλος που δεν έχει υποστεί σειρά ειδικών εκπαιδεύσεων, δεν διαθέτει τις απαιτούμενες γνώσεις και την εμπειρία που αποκτάται μόνο μέσα από επιχειρησιακές δράσεις, δεν έχει αναπτύξει έστω και την απλούστερη επιχειρησιακή δράση (π.χ. την παρακολούθηση ενός εύκολου και ανώδυνου στόχου), δεν έχει προσεγγίσει, στρατολογήσει, και χειρισθεί έστω και έναν συνεργάτη – πηγή πληροφοριών. Πόσω μάλλον να τοποθετείται επικεφαλής της πιο καίριας και ευαίσθητης Διεύθυνσης της ΕΥΠ, έχοντας υποχρέωση και δυνατότητες ελέγχου και κατεύθυνσης του έργου των υφισταμένων επί αναλόγων επιχειρήσεων.

Από τη νέα της θέση, η Ε.Κ., πάντοτε με την ανεξήγητη ανοχή και έγκριση της διοίκησης, μετακίνησε πολλούς υπαλλήλους, ενώ φρόντισε να απομακρύνει αμέσως τον προϊστάμενο του τμήματος φυσικών παρακολουθήσεων και ερευνών αστυνόμο Χρήστο Μηλιώτη, έναν ικανότατο επιχειρησιακό αξιωματικό που είχε υπηρετήσει και παλαιότερα στον ίδιο τομέα, από το γεγονός ότι ήταν επιλογή του Κουζήλου.

Επιθυμώντας να εδραιωθεί και να διατηρηθεί αρεστή σε εκείνους που την προώθησαν και την επέλεξαν για τη θέση της διευθύντριας (υπουργό και διοίκηση), άρχισε από την πρώτη ημέρα της ανάληψης των νέων καθηκόντων της, πέρα από τους εμετικούς και συνεχώς υποβαλλόμενους επαίνους και κολακείες προς αυτούς, να εισηγείται και να υποστηρίζει μία περαιτέρω σε έκταση και ένταση στοχοποίηση της Χρυσής Αυγής, ξεπερνώντας σε ζήλο ακόμη και τον Τζοΐτη της ΔΑΕΕΒ, παραμελώντας και υποτιμώντας βασικές υποχρεώσεις και αρμοδιότητες της ΕΥΠ επί εθνικών και ευαίσθητων θεμάτων (παρακολούθηση δραστηριοτήτων ξένων υπηρεσιών, πληροφοριών και αποστολών στη χώρα μας, παρακολούθηση των εκφραστών της ανθελληνικής προπαγάνδας γύρω από τα εθνικά μας θέματα, εντοπισμός και παρακολούθηση υπόπτων στοιχείων για τρομοκρατικές ενέργειες εξωτερικής προέλευσης ή εσωτερικής ανάπτυξης, παρακολούθηση ατόμων και ομάδων του οργανωμένου εγκλήματος, αντιμετώπιση και έλεγχος εισροής λαθρομεταναστών κ.λ.π.), τα οποία δυστυχώς έχουν υποβαθμισθεί και σχεδόν έχουν απαλειφθεί και καταργηθεί ως αντικείμενα και προτεραιότητες με την ανάληψη της διεύθυνσης από την Ε.Κ. για χάρη της Χρυσής Αυγής και τον διακαή πόθο τόσο της ίδιας όσο και της κυβερνητικής τακτικής, για συλλογή στοιχείων δράσης στελεχών του συγκεκριμένου κόμματος – οργάνωσης.

Ο υπόγειος πόλεμος της περίφημης διευθύντριας Ε.Κ.

Στην προσπάθειά της αυτή, η Ε.Κ. φροντίζει να μετακινεί, να περιθωριοποιεί και να εξουδετερώνει οποιονδήποτε υφιστάμενό της προβάλλει αντιρρήσεις ή ενστάσεις επί των κατευθύνσεων και αποφάσεών της, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις αγγίζουν και ξεπερνούν τα όρια της νομιμότητας, έχοντας πάντοτε προεξασφαλισμένη την απόλυτη και μονίμως ανεξήγητη υποστήριξη της διοίκησης και κατ’ επέκταση του υπουργού Ν. Δένδια.

Στο πλαίσιο αυτό, δηλαδή της εξουδετέρωσης κάθε αντίδρασης ή κριτικής, θύμα υπήρξε ο προϊστάμενος του τμήματος επισυνδέσεων και τηλεφωνικών παρακολουθήσεων Β.Κ., ο οποίος αποτελούσε επιλογή της σημερινής διοίκησης και φέρεται να διαφώνησε ως προς τη νομιμότητα κάποιων αποφάσεων και ενεργειών για τηλεφωνικές παρακολουθήσεις στελεχών της Χρυσής Αυγής.

Με πρόσθετο και προβαλλόμενο λόγο το γεγονός ότι ο Β.Κ. συνεργάστηκε άψογα με τον Δήμο Κουζήλο, δεν άργησε να αποτελέσει ένα ακόμα θύμα της επιλογής και εκλεκτής των διοικήσεων Μπίκα – Δραβίλλα, παρά το γεγονός ότι και αυτός υπήρξε απόλυτα ταυτισμένος και ενταγμένος στις πάγιες κομματικές θέσεις της Ν.Δ. Έτσι, με τις αλλαγές τμηματαρχών στις αρχές του έτους, ο Β.Κ. παύθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Μ.Ξ., οποίος υπηρετούσε στις τάξεις της Ε’ Διεύθυνσης, προσελήφθη τον ίδιο χρόνο με την Ε.Κ. στην ΕΥΠ και κομματικά ανήκε στον χώρο του ΠΑΣΟΚ, αν και μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένας ήρεμος και ηπίων αντιδράσεων υπάλληλος, υπάκουος και συνεπής στα καθήκοντά του. Υπήρξε, σίγουρα, επιλογής της Ε.Κ., η οποία, βασιζόμενη στην κομματική του προέλευση και στην όχι αντιδραστική του διάθεση απέναντι στις επιθυμίες και κατευθύνσεις των προϊσταμένων του, υπολόγιζε ότι θα εκτελούσε πιστά και πρόθυμα όλες τις εντολές της.

Βεβαίως και σε αυτόν συνεχίσθηκε να ανατίθεται το αμφιβόλου νομιμότητας έργο των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων στελεχών ή ακόμα και βουλευτών της Χρυσής Αυγής.
Αρχικά δεν φάνηκε να αντέδρασε, αλλά με την πάροδο του χρόνου και διαπιστώνοντας προφανώς τις όχι απόλυτα νόμιμες και προβλεπόμενες διαδικασίες και ενέργειες, εγκλωβίστηκε και προβληματίστηκε αρκετά. Η αντίδρασή του εκδηλώθηκε πριν από ένα περίπου μήνα (Ιούνιος 2014), με την υποβολή της παραίτησής του από τη θέση του προϊσταμένου του τμήματος επισυνδέσεων και τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, επικαλούμενος προσωπικούς λόγους και μη επιθυμώντας, λόγω χαρακτήρα, να προσδώσει άλλη διάσταση στο όλο πρόβλημα, τέσσερις μόλις μήνες από την ανάληψη των καθηκόντων του.

Πολλοί, πάντως, μέσα στην ΕΥΠ ισχυρίζονται ότι, πέραν της Χρυσής Αυγής, ο λόγος της παραίτησης του Μ.Ξ. συνδέεται και με στοιχεία των τηλεφωνικών συνομιλιών και επαφών που σχετίζονται με το σχέδιο «Πυθία 1» και των υποκλοπών στη Vodafone, τα οποία συζητήθηκαν από τον αρμόδιο ανακριτή Δημήτριο Φούκα και τα οποία λέγεται ότι δεν παραδίδονται αυτούσια και αναλλοίωτα, σε αυτόν, αλλά υπόκεινται σε ψαλίδισμα, κοπτοραπτική και αναπαραγωγή, εργασίες που λόγω αρμοδιότητας φέρονται να ανατέθηκαν στον Μ.Ξ., πριν διαβιβαστούν «πειραγμένα» στον ανακριτή.

Γενικά, η Γ’ Διεύθυνση της ΕΥΠ είναι εκείνη πλέον που ασχολείται με την παρακολούθηση στελεχών, μελών και ίσως βουλευτών της Χρυσής Αυγής, μέσα από διερευνήσιμες ως προς τη νομιμότητά τους ενέργειες, με την ΔΑΕΕΒ να έχει απαλλαγεί από αυτήν την υποχρέωση, κυρίως λόγω της προαγωγής και μετακίνησης του Τζοΐτη σε άλλη ανώτερη θέση, από όπου πάντως εποπτεύει και ελέγχει τη ΔΑΕΕΒ, με βάση το νέο οργανόγραμμα της ΕΛ.ΑΣ.
Στο τιμόνι της Γ’ Διεύθυνσης βρίσκεται εδώ και μερικούς μήνες η Ε.Κ. ένα πιστό κομματικό στοιχείο του αμετανόητου ως προς τη νοοτροπία ΠΑΣΟΚ, που επελέγη από τη σημερινή διοίκηση και είχε τοποθετηθεί σε καίρια θέση στη Δ’ Διεύθυνση από τη διοίκηση Μπίκα, χωρίς καμία γνώση, σχέση και εμπειρία με τα αντικείμενα της περισσότερο ευαίσθητης διεύθυνσης της ΕΥΠ και με μοναδικό προσόν την κομματική της προέλευση και τη στενή – άριστη σχέση με τον γνωστό αρχισυνδικαλιστή Θ.Σ., ο οποίος φέρεται να σχετίζεται και με διαρροές σημαντικών πληροφοριών και εγγράφων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί στον ανακριτή Δ. Φούκα.

Οι ενέργειές της εις βάρος του Δ. Κουζήλου, εν αγνοία του και για όσο διάστημα βρισκόταν στη θέση του διευθυντή της Γ’ Διεύθυνσης, προδίδουν με ακρίβεια τον χαρακτήρα της. Ξεχωριστή πρόκληση αποτελεί το γεγονός ότι στις όποιες μετακινήσεις της συνοδεύεται από ομάδα αστυνομικών για την ασφάλεια και την προστασία της, μέτρα που δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία της υπηρεσίας και μπορούν να συγκριθούν μόνο με εκείνα που λαμβάνονται για τον εδώ σταθμάρχη της CIA(!).

Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή και διατήρησή της στην καίρια συγκεκριμένη θέση προκαλεί έντονο προβληματισμό και πολλά ερωτηματικά. Το πιο σημαντικό όμως και επικίνδυνο στοιχείο είναι ότι εκμεταλλεύεται ποικιλοτρόπως αυτή τη θέση, μη διστάζοντας να προσβάλλει και να διαβάλλει καθόλα έντιμα και ικανά στελέχη της ΕΥΠ, πάντοτε με τη θερμή υποστήριξη της σημερινής διοίκησης, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετα και σύνθετα ερωτηματικά.

Πολλοί μέσα στην ΕΥΠ θεωρούν σίγουρες τις διαρροές στοιχείων και πληροφοριών, που θα δημιουργήσουν πάταγο στο όλο πολιτικό σύστημα και θα αποτελούν έργο της Ε.Κ., αλλά θα καταβληθεί προσπάθεια να αποδοθούν σε άλλους.

Ο νέος αρμόδιος υπουργός και η σημερινή διοίκηση της ΕΥΠ πρέπει να επανεξετάσουν την όλη κατάσταση, πριν αποκαλυφθούν στοιχεία που πιθανότατα θα εκθέσουν ανεπανόρθωτα και σημαντικά τόσο την κυβέρνηση και τους ίδιους προσωπικά όσο και περισσότερο τις κρίσιμες κρατικές δομές…

 περιοδικό Crash, τεύχος Ιούνιος – Ιούλιος 2014

http://kostasxan.blogspot.gr/

Use Facebook to Comment on this Post

Related posts

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *